Υπόθεση Siemens. Τα πορίσματα της Ν.Δ., του Κ.Κ.Ε. και του ΛΑ.Ο.Σ.

Πόρισμα ΝΔ: Σαφείς πολιτικές ευθύνες φέρει ο Κ. Σημίτης –

«Σαφείς πολιτικές ευθύνες» στον πρώην πρωθυπουργό κ. Κ. Σημίτη και τους πρώην υπουργούς/υφυπουργούς επί των κυβερνήσεών του κκ. Ι. Παπαντωνίου, Α. Τσοχατζόπουλο, Αν. Μαντέλη, Ν. Χριστοδουλάκη, Χρ. Βερελή, Ευ. Μαλέσιο, αλλά και τον κ. Γ. Παπακωνσταντίνου (ως μέλους του ΔΣ του ΟΤΕ το 2000-2002), αναδεικνύει στο πόρισμά της η ΝΔ, υπογραμμίζοντας σε ότι αφορά τα δικά της εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα ότι «ουδέν στοιχείο ενοχής προέκυψε». Παρά ταύτα επισημαίνει ότι «για να αποκατασταθεί η τιμή και η υπόληψή τους από την στιγμή κατά την οποία το ΠαΣοΚ αναφέρει τα ονόματά τους, η ΝΔ δεν διαφωνεί και ως προς αυτούς για τον οποιοδήποτε έλεγχο». Η αξιωματική αντιπολίτευση θεωρεί ότι «η έρευνα για περαιτέρω ευθύνες απαιτείται να συνεχισθεί», ωστόσο επισημαίνει στην πορισματική έκθεσή της ότι η αναφορά των παραπάνω πολιτικών προσώπων «δεν περιέχει ίχνος αρνητικής αξιολόγησης» και «δεν αποτελεί παραπομπή ούτε παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας», αλλά «προσανατολίζει την περαιτέρω έρευνα για ενδεχόμενες ευθύνες που μόνο η Ολομέλεια της Βουλής δικαιούται να διώξει και να καταλογίσει σύμφωνα με το Σύνταγμα».

Σύμφωνα με το σκεπτικό του «γαλάζιου» πορίσματος αποδίδονται πολιτικές ευθύνες στον κ. Κ. Σημίτη ως προεδρεύοντος του ΚΥΣΕΑ σχετικά με την ανάθεση του C4I στη SAIC «παρόλο που αμφισβητείται η νομιμότητα της ανάθεσης αυτής», αλλά και για τις προγραμματικές συμβάσεις του ΟΤΕ με την Siemens του καταλογίζεται ότι δεν προχώρησε στην σύσταση ανεξάρτητης αρχής για τον έλεγχο των μεγάλων προμηθειών του Δημοσίου, όπως ζητούσε ο τότε (1996) υπουργός Μεταφορών κ. Χ. Καστανίδης ο οποίος «αντικαταστάθηκε από τον Μαντέλη, έμπιστο του Σημίτη, που ως πρώην πρόεδρος του ΟΤΕ είχε υπογράψει μαζί με τον Θ. Τόμπρα τις πρώτες αναθέσεις ψηφιακών παροχών το 1987-88 στην Siemens-Intracom».

Επίσης, αναφέρεται ότι με το Ν2446/1996 η κυβέρνηση Σημίτη «νομοθετούσε με πρωτοβουλία της τη δυνατότητα ανάθεσης προμηθειών στις ΔΕΚΟ χωρίς τη διασφάλιση στοιχειωδών όρων διαφάνειας» κάτι που «αποτέλεσε τη μήτρα του σκανδάλου της Siemens στον ΟΤΕ και τον ΟΣΕ».

Τέλος, γίνεται αναφορά στην «σχέση Σημίτη-Τσουκάτου» και στην ομολογία του δεύτερου ότι το ποσόν του ενός εκατομμυρίου μάρκων που πήρε από την Siemens «το έδωσε στο κομματικό ταμείο του ΠαΣοΚ» κάτι που για τη ΝΔ πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω αυτή η σχέση «προς στοιχειοθέτηση περαιτέρω άλλων ευθυνών».

Για τον πρώην υπουργό Εθνικής Άμυνας κ. Ι. Παπαντωνίου αναφέρεται ότι αν δεν είχε γίνει η ένταξη του C4I στον κανονιστικό πλαίσιο προμηθειών του ΥΠΕΘΑ και είχε ενταχθεί στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης «τότε οι προϋποθέσεις διαφάνειας θα ήταν διαφορετικές», ενώ επισημαίνεται και η μαρτυρία Σίκατσεκ ότι «για την ανάθεση του C4I χρειάστηκε να γίνουν παράνομες πληρωμές (μίζες) σε υπουργεία».

Για τον πρώην υφυπουργό Δημόσιας Τάξης κ. Ευ. Μαλέσιο αναφέρεται ότι προήδρευε της Επιτροπής Σχεδιασμού και Παρακολούθησης του διαγωνισμού για το C4I.

Για τον κ. Α. Τσοχατζόπουλο και τις προγραμματικές συμβάσεις του ΟΤΕ με την Siemens επισημαίνεται ότι ως υπουργός Ανάπτυξης «έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εξέλιξης των προγραμματικών συμβάσεων του ΟΣΕ», ενώ ελέγχεται η συμμετοχή του και ο βαθμός επίδρασής του «στο να μην εισπραχθούν στο σύνολό τους ποινικές ρήτρες, τόκοι υπερημερίας, διαφυγόντα κέρδη, καθώς και αποκατάσταση κάθε ζημίας του Δημοσίου από την ανώμαλη εξέλιξη με υπαιτιότητα της Siemens των προγραμματικών συμφωνιών του ΟΣΕ».

Όσον αφορά τα εξοπλιστικά προγράμματα (PATRIOT-ΕΡΜΗΣ) επισημαίνεται ότι «υπάρχουν εμβάσματα σε συνεργάτες του όπως 500.000 ευρώ στον Αντώνιο Καντά (αναπληρωτή γενικό διευθυντή εξοπλισμών από το 1996-2002), 5.000.000 στον Παύλο Νικολαϊδη, προσωπικό του φίλο, αντιπρόεδρο της ΕΒΟ, στελέχους της Siemens ΑΠΌ ΤΟ 1961 έως το 1981 και υπευθύνου οικονομικού του ΠαΣοΚ από το 1974 έως το 1978». Αναφέρεται εξάλλου ότι κατά τον επικεφαλής της Αρχής κατά του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος κ. Στ. Γκρόζο, υπάρχουν εμβάσματα 6.700.000 ευρώ σε λογαριασμό της εταιρείας TORCASO «η οποία σχετίζετο με συγγενικά του πρόσωπα».

Για τον κ. Αν. Μαντέλη ζητείται περαιτέρω έρευνα καθώς ήταν παραλήπτης (λογαριασμός A.ROCOS) παράνομων πληρωμών από την Siemens.

Όσον αφορά τον κ. Ν. Χριστοδουλάκη, εμπλέκεται από τη ΝΔ στο θέμα του ΟΣΕ καθώς μετείχε ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου στη Γ.Σ. του Οργανισμού «όπου γινόταν διαπραγματεύσεις για τροποποίηση των χρονοδιαγραμμάτων» κλπ., ενώ για τον κ. Χρ. Βερελή, πρώην υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών προτείνεται να διερευνηθεί «αν και μέχρι ποιού σημείου συνετέλεσε με πράξεις ή παραλείψεις του μαζί με τους κκ. Τσοχατζόπουλο και Χριστοδουλάκη στην πρόκληση ζημιών εις βάρος του Δημοσίου κατά την διοίκηση και διαχείριση της υπόθεσης μεταβίβασης των Ελληνικών Ναυπηγείων στην HDW».

Τέλος, όσον αφορά τον νυν υπουργό Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου ζητείται να ερευνηθεί αν ως μέλος του ΔΣ του ΟΤΕ συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων «που έχουν σχέση με τη διαμόρφωση ή εξέλιξη προγραμματικών ή εκτελεστικών συμφωνιών από τις οποίες έχει προκύψει ζημία στον ΟΤΕ και στο Ελληνικό Δημόσιο».

Πόρισμα ΚΚΕ: Περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης Siemens
Να διερευνηθεί περαιτέρω η υπόθεση της Siemens από προανακριτική επιτροπή ώστε «να γίνει δυνατή η απόδοση ευθυνών κατά το βαθμό που τους αντιστοιχεί όπως και σε όποιο πολιτικό πρόσωπο τυχόν ευθύνεται και η ευθύνη του θα προκύψει μέσα από την έρευνα και την αξιοποίηση του ανακριτικού υλικού», ζητεί στο πόρισμά του το ΚΚΕ, το οποίο ωστόσο δεν κατονομάζει τα εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα «οι πολιτικές ευθύνες των οποίων είναι αντικειμενικές», όπως αναφέρεται και καταλογίζονται σε όσους «κατά καιρούς χειρίστηκαν τη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων, την εκτέλεση και την παραλαβή των έργων».

Το πλήρες κείμενο του πορίσματος που κατέθεσε το ΚΚΕ είναι το εξής:

KΕΦΑΛΑΙΟ  Α/

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ

Το σκάνδαλο της Siemens εκτείνεται στο παρελθόν σε βάθος χρόνου και είναι συνδεδεμένο με τις κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ν.Δ., που εξυπηρετούν χρόνια τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων κατά τη διακυβέρνηση της χώρας. Ο εναγκαλισμός του ελληνικού κράτους με το μεγάλο κεφάλαιο είναι διαχρονικό φαινόμενο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του χώρου των τηλεπικοινωνιών ο εναγκαλισμός αυτός ξεκινά ήδη από την ίδρυση του Ο.Τ.Ε. (που έγινε με τη συνδρομή της Siemens) και φθάνει ως τις μέρες μας. Οι στρατηγικές επιλογές των αστικών κυβερνήσεων στους βασικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας είχαν σαν αποτέλεσμα την κυριαρχία και τον έλεγχό τους από τη SIEMENS και άλλες ξένες εταιρείες. Ο δρόμος της καπιταλιστικής ανάπτυξης εκτός των άλλων συσσώρευσε τεράστια κέρδη στο ξένο και ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο και οδήγησε στον έλεγχο στρατηγικών τομέων και κλάδων από μεγάλα μονοπώλια. Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν όλες οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Η υπόθεση SIEMENS  αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη συνολική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Οι απολογητές και υπηρέτες αυτού του συστήματος επιχειρούν να κρύψουν την ουσία του, να αποπροσανατολίσουν το λαό εμφανίζοντας σαν εξαίρεση το σκάνδαλο SIEMENS που δήθεν παραβίασε τη λειτουργία της αστικής δημοκρατίας.

Αποτελεί υποκρισία η έκπληξη που επιδεικνύουν για τα φαινόμενα διαφθοράς, γιατί όλοι γνωρίζουν ότι είναι συνυφασμένα με την ίδια τη φύση του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο προσπαθούν να αθωώσουν ρίχνοντας αποκλειστικά τις ευθύνες σε ανέντιμους πολιτικούς και επίορκους υπηρεσιακούς παράγοντες.

Οι πολιτικές ηγεσίες των δύο κομμάτων που υπερασπίζονται το σύστημα συμπεριφέρνονται σαν να γεννήθηκαν χθες, σα αν μην γνωρίζουν για το πώς λειτούργησε και λειτουργεί η διαπλοκή επιχειρήσεων- κράτους- πολιτικών προσώπων, πολιτικών επιλογών.

Αυτή η διαπλοκή αποκαλύπτονταν στη διαδικασία της εξεταστικής επιτροπής, παρά το γεγονός ότι δεν έφθανε μέχρι το τέλος. Οι εμπλεκόμενοι στο σκάνδαλο SIEMENS είναι οι στυλοβάτες της «εθνικής» οικονομίας, οι ιδιοκτήτες των υπεράκτιων (off shore) εταιρειών, οι κάτοχοι λογαριασμών στην Ελβετία και αλλού, το απαύγασμα του καπιταλισμού- οι χρηματιστηριακές εταιρείες, οι επιτυχημένοι χορηγοί λειτουργιών και δραστηριοτήτων, τα διάφορα «golden boys» των εταιρειών συμβούλων, που κυριολεκτικά λυμαίνονται τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι.

Μαζί με αυτούς ακολουθούν πολιτικά στελέχη των κομμάτων της εξουσίας με χορηγίες, τις πολυδάπανες καμπάνιες με εκλογικές δαπάνες που κοστίζουν περιουσίες, με προνομιακές σχέσεις με τα ΜΜΕ και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Όπως προκύπτει από τα χιλιάδες έγγραφα της δικογραφίας και τις μαρτυρικές καταθέσεις ο κρατικός μηχανισμός με τα διάφορα κρατικά όργανα συνέβαλε αποφασιστικά στην υλοποίηση των συμβάσεων που καθιστούσαν κυρίαρχη τη SIEMENS σε όλους τους τομείς που δραστηριοποιείται. Οι στρατηγικές επιλογές των κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ και της ΝΔ έβρισκαν την πρόθυμη στήριξη των διαφόρων κρατικών οργάνων. Συστηματικά, οι κρατικοί θεσμοί που λειτουργούσαν αποτελεσματικά, ήταν αυτοί που υπέγραφαν και εκχωρούσαν, σε αντίθεση με αυτούς που όφειλαν να ελέγξουν, οι οποίοι μονίμως συναντούσαν «δυσκολίες» και «εμπόδια» στο να ενεργήσουν έγκαιρα και αποφασιστικά. Οι αντιστάσεις που εκδηλώνονταν ήταν ελάχιστες, και σε αυτή την κατεύθυνση είναι αξιοσημείωτη η στάση των ταξικών δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα που διαχρονικά κατήγγειλαν και αντιπάλεψαν τις κυβερνητικές επιλογές.

Το ΚΚΕ σε όλη αυτή την πορεία εξέφρασε τη ριζική αντίθεσή του προβάλλοντας πάντα την ανάγκη οι σοβαροί τομείς της οικονομίας να μην ιδιωτικοποιηθούν, να μην παραδοθούν στο ντόπιο και ξένο κεφάλαιο. Με επιστημονική ανάλυση ανέδειξε τις δυνατότητες που είχε η χώρα για την ανάπτυξη στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών, των ναυπηγείων, μια ανάπτυξη που θα στηρίζονταν στην κοινωνικοποίηση αυτών των τομέων και στη λειτουργία της οικονομίας με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες και το συμφέρον της χώρας και όχι το καπιταλιστικό κέρδος.

Το ΚΚΕ χωρίς ακόμη να έχει στοιχεία σκανδάλων αποκάλυψε και στην περίπτωση του ΟΤΕ και του ΟΣΕ και των Ναυπηγείων πως η παράδοσή τους σε ιδιώτες, εκτός των άλλων αποτελεί ξεπούλημα της λαϊκής περιουσίας και πεδίο μεγάλης κερδοφορίας των μονοπωλίων. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν δικαιώνουν αυτή την πολιτική εκτίμηση του ΚΚΕ.

Η ΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΠΛΟΚΗΣ

Το σκάνδαλο εξαπλώνεται σε κρατικούς τομείς αντίστοιχους σε αντικείμενο με τους τομείς δραστηριοποίησης της πολυπλόκαμης πολυεθνικής Siemens. Έτσι εντοπίζεται στις συμβάσεις προμηθειών του Ο.Τ.Ε. για τις ψηφιακές παροχές, στις επενδύσεις του ΟΤΕ στο εξωτερικό, στη σύμβαση και προμήθεια του συστήματος C4i, στις συμβάσεις προμηθειών του Ο.Σ.Ε., στις συμβάσεις προμηθειών νοσοκομειακού υλικού, στα εξοπλιστικά προγράμματα Patriot κ.ο.κ. Εύλογα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι πολλές από τις εκφάνσεις του έχουν μείνει στο απυρόβλητο λόγω του τεράστιου όγκου της ανακριτικής διαδικασίας και του αποδεικτικού υλικού αλλά και για λόγους προφανών πολιτικών σκοπιμοτήτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  Β/

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ Ο.Τ.Ε.

ΚΥΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Η ΑΔΡΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛ.ΒΗ.Λ. ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΡΩΣΙΜΟ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.

Το σκάνδαλο των προμηθειών στον Ο.Τ.Ε. είναι διαχρονικό όπως εύκολα θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει. Η υπονόμευση της δυνατότητας του Ελληνικού Κράτους να έχει δική του ανάπτυξη ψηφιακής τεχνολογίας με τις αποφάσεις των κυβερνήσεων ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. άνοιξε το δρόμο στη Siemens και τους συνεργάτες της για την επέκταση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων.

Το 1977 η κυβέρνηση της Ν.Δ. ίδρυσε την «Ελληνική Βιομηχανία Ηλεκτρονικών» (ΕΛ.ΒΗ.Λ.), θυγατρική του ΟΤΕ. Η «Ελληνική Βιομηχανία Ηλεκτρονικών» (ΕΛ.ΒΗ.Λ.) ήταν μια κρατικών συμφερόντων εταιρεία, με συμμετοχή 55% της Ε.Τ.Β.Α. και 45% του Ο.Τ.Ε.. Αρχικός στόχος της ήταν η παρακολούθηση των εξελίξεων στον τομέα της ψηφιακής τεχνογνωσίας και η εισαγωγή της αναγκαίας τεχνογνωσίας στη χώρα. Ήδη από τις αρχές του 1981 η ΕΛ.ΒΗ.Λ. προκήρυξε διεθνή διαγωνισμό για την προμήθεια ψηφιακών κέντρων, προκειμένου να επιλεγεί το σύστημα, βάσει του οποίου θα αποφασιζόταν η ανάπτυξη του ΟΤΕ. Προσφορές υπέβαλαν οι GTE, «Ζήμενς», ΙΤΤ και «Ericsson». Ο διαγωνισμός αυτός προκάλεσε άγριο πόλεμο ανάμεσα στις πολυεθνικές, πόλεμος ο οποίος συνοδεύτηκε και από πολιτικές παρεμβάσεις εκπροσώπων ξένων χωρών προς την κυβέρνηση Ράλλη. Το αποτέλεσμα ήταν να «παγώσει» κάθε διαδικασία και να περάσουν χρόνια με την εξέταση των όρων του διαγωνισμού και αλυσιδωτές επανεξετάσεις των προσφορών που είχαν υποβληθεί. Η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ, από τα μέσα του 1982, φάνηκε να ενεργοποιεί κάποιο σχέδιο για τη διεύρυνση του ρόλου της ΕΛΒΗΛ αλλά αυτή η διαδικασία σταμάτησε.

ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ SIEMENS ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ

Η τελική απόφαση για το διαγωνισμό του 1981 πάρθηκε τη δεύτερη τετραετία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Δεν ήταν μια απλή κατακύρωση ενός διαγωνισμού. Το Σεπτέμβριο του 1986 αποφασίστηκε από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. η «επιλογή δύο συστημάτων ψηφιακών τηλεφωνικών κέντρων του AXE – 10 της ΕΡΙΚΣΟΝ και του EWSD της ΖΗΜΕΝΣ». Με τον τρόπο αυτό η ΕΛ.Β.Η.Λ. από παραγωγός μετατράπηκε σε μεσάζοντα, για να μοιράζει τις δουλειές του δημοσίου στις ιδιωτικές εταιρίες. Η απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου (ΚΥ.ΣΥΜ.), τον Οκτώβρη του 1986 αποτέλεσε σταθμό και για τα ψηφιακά κέντρα, και για τον ΟΤΕ, και για ολόκληρο τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών, αλλά και για τη συνολική πορεία των ιδιωτικοποιήσεων των μεγάλων κρατικών οργανισμών και επιχειρήσεων που ακολούθησε. Η απόφαση του ΚΥΣΥΜ είχε δύο σκέλη:

1.Το ελληνικό ψηφιακό δίκτυο θα στηριζόταν σε δύο συστήματα και συγκεκριμένα στα συστήματα της «Ζήμενς» και της «Ericsson».

2.Ταυτόχρονα, αποφασίστηκε να μην ιδρυθεί το εργοστάσιο κρατικών συμφερόντων από την ΕΛΒΗΛ, αλλά να αναλάβουν την εγχώρια παραγωγή οι εταιρείες «Ζήμενς» και «Ιντρακόμ».

Με αυτόν τον τρόπο δεσμεύτηκε ο ΟΤΕ σε μια τεχνολογική  πλατφόρμα που είχε αρνητικές συνέπειες σε επίπεδο τεχνολογίας, ευελιξίας, διαπραγματευτικό κλπ. Από τη στιγμή εκείνη ξεκινά το οριστικό «δέσιμο» του Οργανισμού στο άρμα της «Siemens». Ουσιαστικά καταργήθηκε η ΕΛΒΗΛ και μαζί με αυτή έσβησε η προοπτική δημιουργίας κρατικού φορέα παραγωγής ψηφιακών κέντρων για τις επικοινωνίες της χώρας και άνοιξε ο δρόμος για την εισβολή του μεγάλου κεφαλαίου σε έναν κλάδο υψηλής κερδοφορίας όπως είναι οι τηλεπικοινωνίες οι οποίες με τη στρατηγική της Ε.Ε. μπήκαν σε πορεία απελευθέρωσης. Εδώ βρίσκεται η απαρχή του μεγάλου σκανδάλου, που οδήγησε στην ιδιωτικοποίηση του Ο.Τ.Ε. πράγμα για το οποίο βεβαίως οι σημερινοί τιμητές του παρελθόντος δε λένε κουβέντα.

Η ΣΥΝΑΨΗ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΚΑΙ Η ΣΤΟΧΕΥΣΗ ΤΟΥΣ

Οι συζητήσεις για τη σύναψη των πρώτων προγραμματικών συμβάσεων ξεκίνησαν το έτος 1987. Με κυβερνητική απόφαση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. το Δ.Σ. του Ο.Τ.Ε., ανέθεσε στη Siemens και στην ΕΡΙΚΣΟΝ – ΙΝΤΡΑΚΟΜ την προμήθεια 84.000 ψηφιακών κυκλωμάτων και 20.000 ψηφιακών παροχών και ταυτόχρονα αποφάσισε την προμήθεια ακόμα 350.000 ψηφιακών παροχών και κυκλωμάτων. Με τις συμβάσεις αυτές ο ΟΤΕ δεσμεύτηκε με ρήτρες, που στην ουσία ισοδυναμούσαν με την υποχρέωση του Οργανισμού να προμηθευτεί από τις συγκεκριμένες εταιρείες το σύνολο των ψηφιακών κέντρων που θα τοποθετούνταν μέχρι και το 1993. Στη συνέχεια ο αριθμός των παροχών αυξήθηκε και έφθασε στην προμήθεια 1.200.000 ψηφιακών. Οι κυβερνήσεις ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. μονίμως είχαν ως στρατηγική επιλογή (άλλοτε ομολογημένη άλλοτε ανομολόγητη) την ιδιωτικοποίηση του Ο.Τ.Ε.  Έτσι ενώ ο Ο.Τ.Ε. προχώρησε ήδη από το έτος 1987 σε ένα πανάκριβο εκσυγχρονισμό και ψηφιοποίηση, ο πόλεμος των μεγάλων συμφερόντων σχετικά με τη μοιρασιά της τεράστιας περιουσίας του Ο.Τ.Ε., ενόψει της ιδιωτικοποίησης, κορυφώθηκε. Η σύμβαση της ψηφιοποίησης με μεγάλο αριθμό ψηφιακών παροχών και κέντρων τελικά κατακυρώθηκε στους δύο μειοδότες του διαγωνισμού, τις εταιρείες ΙΝΤΡΑΚΟΜ και SIEMENS. Με τον τρόπο αυτό οι δυο εταιρείες έγιναν ουσιαστικά μονοπώλιο έναντι του Ο.Τ.Ε. και απέκτησαν τέτοια τεχνολογική εμπλοκή ώστε ουσιαστικά είχαν καθοριστικό ρόλο στην παραπέρα ανάπτυξή του. Ακολουθήθηκε με αυτό τον τρόπο μια κεντρική πολιτική που κατέληξε στην παραχώρηση του Ο.Τ.Ε. στη «Ντόιτσε Τέλεκομ», η οποία απέκτησε τον έλεγχο των ελληνικών τηλεπικοινωνιών και παράλληλα σημαντική πρόσβαση στην αγορά των Βαλκανίων.

Η ΖΗΜΙΑ ΤΟΥ Ο.Τ.Ε. ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Κατά τη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας δεν υπήρξε ειδική και εμπεριστατωμένη πραγματογνωμοσύνη η οποία να αποτιμά με ακρίβεια τη ζημία του Δημοσίου από τη σύναψη και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων. Ο ανακριτής κος Ν. Ζαγοριανός βιαστικά φθάνει στο συμπέρασμα ότι το ύψος της ζημιάς αποτιμάται στα ποσά των μιζών με βάση τη λογική ότι η εταιρεία αύξανε τις τιμές της μόνο κατά το ποσό των μιζών και έτσι επιβάρυνε κατά το ποσό αυτό το Δημόσιο. Η λογική αυτή δεν ευσταθεί και ο μόνος που ωφελείται από την παραδοχή αυτή είναι η Siemens.Ο υπολογισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην κοινή λογική. Η επελθούσα ζημιά είναι πολύ μεγαλύτερη και δεν πρέπει να υπολογίζεται όπως παραπάνω. Θα πρέπει να συνυπολογιστεί η ζημιά που προήλθε από τις αυξημένες τιμές των συμβάσεων, από την πρόσδεση σε μια μόνο τεχνολογική πλατφόρμα, η ζημιά από την αδυναμία διαπραγμάτευσης με άλλους προμηθευτές, αλλά και η ζημιά που προκάλεσαν οι διοικήσεις του Ο.Τ.Ε. και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ν.Δ. με την άρνησή τους να ενεργοποιήσουν τις συμβατικές διατάξεις για την καταβολή των ποινικών ρητρών εκ μέρους της Siemens. Η ζημιά δεν είναι δυνατόν να αποτιμηθεί μόνο με χρήμα. Αυτή η πολιτική υπέσκαψε τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας χάριν των συμφερόντων των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.

ΟΙ ΜΙΖΕΣ  ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΤΗΣΙΟΥ ΤΖΙΡΟΥ ΤΗΣ SIEMENS

Η σύναψη των παραπάνω συμβάσεων προμηθειών των ετών 1986 – 1987 και η συνέχιση της συνεργασίας – διείσδυσης της Siemens στον Ο.Τ.Ε. – όπως εκ του αποτελέσματος προέκυψε – υπήρξε ζημιογόνα μακροπρόθεσμα για τον Ο.Τ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των στελεχών της Siemens επιτεύχθηκε με ποσοστιαία επί του ετήσιου τζίρου της εταιρείας δωροδοκία σε πολιτικούς των δυο κομμάτων εξουσίας. Το έχουν καταθέσει τα εμπλεκόμενα στελέχη της Siemens ενώπιον της εισαγγελέα Μπώυμλερ-Χεσλ στο Μόναχο. Ο τομέας ICN της εταιρείας ήταν επιφορτισμένος με την πληρωμή του 8% επί του ετήσιου τζίρου της ως μίζα η οποία μοιραζόταν σε πολιτικά πρόσωπα και στελέχη στην Ελλάδα. Κατατέθηκε επίσης ότι η μίζα αυτή (του 8% επί του ετήσιου τζίρου) προϋπήρχε των προγραμματικών συμβάσεων 8002 και 8004. Βάσει αυτού του ποσοστού εκταμιεύονταν ποσά από τα λεγόμενα «μαύρα ταμεία» ώστε να τα διοχετεύσουν υπάλληλοι της Siemens σε πολιτικά πρόσωπα των δύο κομμάτων και στελέχη του Δημοσίου. Αυτή είναι η προσεκτική αφήγηση των στελεχών της Siemens. Κατατέθηκε ακόμη ότι μετά το 1997 απαιτήθηκε επιπροσθέτως ένα ακόμη ποσοστό επί του ετήσιου τζίρου ύψους περίπου 2%  από τα στελέχη της εταιρείας στην Ελλάδα για παράνομες πληρωμές.

Παρά το γεγονός ότι δεν κατονομάζονται οι τελικοί παραλήπτες στην Ελλάδα, είναι φανερό σε κάθε λογικό άνθρωπο ότι τα πολύ μεγάλα ποσά, εφόσον έφευγαν από τη Siemens, δεν μπορεί παρά να εκταμιεύονταν με την έγκριση της εταιρείας και φυσικά προς συγκεκριμένους και εγκεκριμένους αποδέκτες, που θα έπαιζαν ρόλο, θα καθόριζαν ή θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη σύναψη συμβάσεων, αλλά και τον τρόπο που αυτές εκτελούνταν, ώστε να προκύπτει κέρδος υπέρ της εταιρείας. Δηλαδή πολιτικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες, κυρίως όμως ανθρώπους στα κέντρα λήψης των κεντρικών πολιτικών αποφάσεων.

ΟΜΟΛΟΓΗΜΕΝΗ Η ΕΚΡΟΗ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑΜΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑ.ΣΟ.Κ ΚΑΙ ΤΗ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.

Εν όψει της μεγάλης ανάπτυξης της τηλεπικοινωνιακής αγοράς και των νέων προοπτικών που ανοίγονταν για την ανάληψη κι άλλων έργων ο Ρ. Σίκατσεκ κατέθεσε ότι ο Μ. Χριστοφοράκος ζήτησε από τη μητρική εταιρεία ένα επιπλέον ποσοστό 2% επί του ετήσιου τζίρου για περαιτέρω πληρωμές σε σημαίνοντα πρόσωπα τις οποίες διενεργούσε ο ίδιος. Όπως κατέθεσε ο Μ. Χριστοφοράκος στο Μόναχο, έχει δώσει χρήματα από τα μαύρα ταμεία της Siemens στα δυο κόμματα, ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. μέσω των τότε οικονομικών υπευθύνων τους, Ι. Βαρθολομαίου και Κ. Γείτονα, και κυρίως παραμονές εκλογικών αναμετρήσεων.  Επιπροσθέτως, ο Ρ. Σίκατσεκ κατέθεσε ότι είδε στο εξωτερικό να παραλαμβάνει ο Μ. Χριστοφοράκος χαρτοφύλακα με δυο εκατομμύρια ευρώ μετρητά τα οποία όλοι γνώριζαν ότι προορίζονταν για μίζες στην Ελλάδα.

Μαζί με την ομολογία του Θ. Τσουκάτου και την περίπτωση του Τ. Μαντέλη ο οποίος έλαβε χρήματα από τα μαύρα ταμεία της Siemens μέσω τραπεζικού λογαριασμού – πράγμα πέραν πάσης αμφισβήτησης, αποκαλύφθηκαν τα πρώτα ονόματα των ενεχομένων πολιτικών προσώπων τα οποία προέρχονται από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τη Ν.Δ..

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΥΚΛΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ SIEMENS

Όπως κατατέθηκε από τα στελέχη της, η Siemens είχε τεράστια εμπειρία στην παραγωγή, νομιμοποίηση και διακίνηση μαύρου χρήματος όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όποιο σημείο της Γης χρειαζόταν. Όπως προέκυψε από την ανάκριση πριν το 1998 η διαδικασία της πληρωμής των μιζών γινόταν μέσω αυστριακής τράπεζας στο Σάλτσμπουργκ και σε λογαριασμούς με κωδικούς και ψευδώνυμα των παραληπτών. Μετά το έτος 1998 που άλλαξε ο νόμος στη Γερμανία σχετικά με τους χρηματισμούς, οι ειδικά επιφορτισμένοι υπάλληλοί της Siemens εξέλιξαν και λειτούργησαν ένα πολύπλοκο σύστημα παραγωγής μαύρου χρήματος από θυγατρικές εικονικές εταιρείες, οι οποίες είχαν εισροές βάσει εικονικών τιμολογίων που εξέδιδαν χωρίς να παρέχουν αντίστοιχες υπηρεσίες και προέβαιναν σε εκροές ποσών που διοχέτευαν μέσω της Dresdner Bank της Ζυρίχης σε λογαριασμούς τριών υπεράκτιων εταιρειών (Tamarind Group Corp, Eagle Invest & Finance SA, Ecurotrd Est.) οι οποίες με τη σειρά τους έστελναν τα χρήματα σε λογαριασμούς και υπεράκτιες εταιρείες ανώτερων τοπικών στελεχών της Siemens (στην Ελλάδα συνήθως του Πρόδρομου Μαυρίδη) προκειμένου να γίνει η τελική διανομή στους αποδέκτες τους. Από το σημείο αυτό και έπειτα η διαδρομή του χρήματος είναι απροσδιόριστη αφού για λόγους ασφάλειας φαίνεται ότι τα χρήματα δίνονταν χέρι με χέρι και φυσικά κανένας (πλην ελαχίστων) δεν ήταν τόσο απρόσεκτος ώστε να κάνει τέτοιες συναλλαγές με τρόπο που θα επέτρεπε την καταγραφή τους.

Όπως προκύπτει από τους λογαριασμούς που ανοίχθηκαν κατά την ανακριτική διαδικασία στη διαδρομή του μαύρου χρήματος μέχρι τους τελικούς του αποδέκτες έδρασαν ως παρένθετα διάφορα πρόσωπα τα οποία παρέλασαν από το γραφείο του ανακριτή και την εξεταστική επιτροπή αλλά δε συνεισέφεραν στη διερεύνηση του σκανδάλου. Τα πρόσωπα αυτά στην πλειοψηφία τους χρηματιστές και επιχειρηματίες λειτούργησαν ως μεσάζοντες οι οποίοι περνούσαν τα χρήματα των μαύρων ταμείων από λογαριασμούς τους στο εξωτερικό ώστε να χάνεται η προέλευσή τους κατά τη διαδρομή ή λάμβαναν χρήματα σε λογαριασμούς τους στο εξωτερικό αποδίδοντας στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσό μετρητών σε άνθρωπο της Siemens ώστε να μη φανεί η εισαγωγή των χρημάτων. Στην τελευταία αυτή ενέργειά τους πολλές φορές ενέπλεκαν και τρίτα πρόσωπα τα οποία διαθέτοντας χρήματα τα οποία δεν μπορούσαν να νομιμοποιήσουν ή να δικαιολογήσουν την προέλευσή τους στην Ελλάδα ενδιαφέρονταν να τα εξάγουν στο εξωτερικό. Κατέθεταν το ισόποσο εκταμίευαν από τα μαύρα ταμεία της Siemens σε λογαριασμούς που άνοιγαν στο όνομα των τρίτων προσώπων σε Τράπεζα του εξωτερικού και λάμβαναν τα χρήματα μετρητά στην Ελλάδα ώστε να χρησιμοποιηθούν από τη Siemens σε παράνομες πληρωμές.

Η διαδικασία αυτή ζημίωσε πολλαπλά το Ελληνικό Δημόσιο και παραβίασε πολλαπλά τη νομοθεσία για την εξαγωγή και εισαγωγή κεφαλαίων και ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τους ενεχόμενους κατά την ανακριτική διαδικασία αλλά και ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής δεν είναι καθόλου πειστικές. Οι πάντες προβάλλουν τον εξωφρενικό ισχυρισμό ότι αντάλλασαν και μετέφεραν ποσά εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ λόγω δήθεν φιλικών σχέσεων αφιλοκερδώς και ως εξυπηρέτηση σε γνωστούς και φίλους τους χωρίς κανένα αντάλλαγμα συνήθως λόγω της κοινωνικής τους σχέσης. Οι εν λόγω ευκατάστατοι κύριοι που διεκπεραίωναν τη διακίνηση θα πρέπει να ελεγχθούν περαιτέρω προκειμένου να φωτιστεί καλύτερα η σχέση με συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα, να κινηθεί η προβλεπόμενη εναντίον τους ποινική διαδικασία και να αποκατασταθεί κάθε ζημία που επήλθε στο Δημόσιο από τη δράση τους.

ΣΥΜΒΑΣΗ C4i

1.ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΧΕΥΣΗ

Η προμήθεια του συστήματος C4i από το σχεδιασμό της μέχρι και την εκτέλεσή της αποτελεί ξεκάθαρη μορφή διαπλοκής του Ελληνικού Κράτους με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους σε όλες τις φάσεις του έργου με την συνειδητή πολιτική βούληση ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Νέας Δημοκρατίας. Αυτό το «σύστημα ασφαλείας» και συντονισμού των σωμάτων ασφαλείας και του κρατικού μηχανισμού εν γένει υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε την ακώλυτη  διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Στην πραγματικότητα πρόκειται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του για ένα σύστημα παρακολούθησης και επικοινωνίας, ένα σύγχρονο «πανοπτικόν» το οποίο εγκαταστάθηκε όχι μόνο για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, αλλά για να μείνει και να αντιμετωπίσει κατά κύριο λόγο το εργατικό λαϊκό κίνημα, τον «εχθρό λαό». Όπως προκύπτει από τις καταθέσεις ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής ήταν άνωθεν πολιτική βούληση και εντολή η προμήθεια του συστήματος C4i εν όψει των Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας και μάλιστα με διαδικασία παράτυπη και άκυρη με προσχηματική δικαιολόγηση (βλ. απόφαση 55 του Ε.Σ.). Η κατά το νόμο αρμόδια διακομματική επιτροπή για την προμήθεια του συστήματος εν μια νυκτί αντικαταστάθηκε από το κυβερνητικά ελεγχόμενο ΚΥ.Σ.Ε.Α. με εντελώς προσχηματικές δικαιολογίες περί απορρήτου και για την επίτευξη ταχύτητας και ευελιξίας στη λήψη των αποφάσεων εν όψει του σύντομου χρονικού διαστήματος μέχρι την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Η ανάθεση αυτού του τεράστιου έργου έγινε με διάτρητες διαδικασίες, καλυπτόμενες από το απόρρητο και ελεγχόμενες μόνον από κυβερνητικά πολιτικά πρόσωπα. Από τα κατατεθέντα στην εξεταστική επιτροπή προκύπτει πως στην επιλογή του C4i σοβαρό ρόλο έπαιξαν οι παρεμβάσεις ξένων χωρών και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, Ισραήλ, οι οποίες είχαν και άμεσο συμφέρον αλλά και του ΝΑΤΟ.

2.ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΜΕ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΑΤΟ

Από τις καταθέσεις των Υπουργών κ. Γ. Βουλγαράκη, Β. Πολύδωρα αλλά και του Χ. Μαρκογιαννάκη προκύπτει -  σύμφωνα με τα λεγόμενά τους -  ότι «αγοράσαμε ειρήνη» και «δεν θα γίνονταν οι Ολυμπιακοί αγώνες» αν δεν προμηθευόταν η Ελλάδα το σύστημα C4i από την αμερικανική κοινοπραξία της SAIC.

Ο κ. Βουλγαράκης παρουσίασε ενώπιον της επιτροπής επιστολή non paper, σύμφωνα με την οποία ασκήθηκαν πιέσεις στην Ελληνική κυβέρνηση, για να αγοραστούν συστήματα ασφαλείας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Την παραδοχή αυτή των παρεμβάσεων και της συνενοχής υποκρύπτει η φράση του κ. Β. Πολύδωρα «αγοράσαμε ειρήνη». Τα παραπάνω, που δείχνουν την εμπλοκή της ελληνικής κυβέρνησης στους ανταγωνισμούς ιμπεριαλιστικών κέντρων και μεγάλων οικονομικών ομίλων, επιβεβαίωσε εμμέσως πλην σαφώς στην κατάθεσή του και ο κ. Χ. Μαρκογιαννάκης.

Ο κ. Γ. Βουλγαράκης ειδικότερα, κατέθεσε σχετικά με την παρέμβαση του ΝΑΤΟ για την ασφάλεια των Ολυμπιακών αγώνων του 2004. Κατέθεσε ότι η Ολυμπιακή Συμβουλευτική Ομάδα στην οποία μετείχαν με εκπροσώπους η Ελλάδα, οι Η.Π.Α., η Αγγλία, το Ισραήλ, η Αυστραλία, ο Καναδάς και η Ιταλία – από την πρώτη στιγμή, στο όνομα της αντιμετώπισης του κινδύνου της «τρομοκρατίας», ζητούσε την εμπλοκή του ΝΑΤΟ στην ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Σχετικά κατέθεσε στην Επιτροπή και διαβαθμισμένο έγγραφο της διεθνούς άτυπης Ολυμπιακής Συμβουλευτικής Ομάδας, από το οποίο προκύπτει η ΝΑΤΟϊκή εμπλοκή. Αυτή η Ομάδα – την οποία ο Γ. Βουλγαράκης χαρακτήρισε «διεθνές διευθυντήριο επιτηρητών» – στο άτυπο κείμενο (non paper) έλεγε χαρακτηριστικά: «Δεν είστε έτοιμοι από άποψη ασφαλείας και θα πρέπει η Ελλάδα να υποβάλει άμεσο αίτημα παρουσίας στρατευμάτων του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα όπως είχε υποδειχθεί και στον υπουργό του ΠΑ.ΣΟ.Κ Γ. Φλωρίδη». Μάλιστα ζήτησε επιτακτικά «να κατατεθεί αμέσως αίτημα στο ΝΑΤΟ και αναζητηθεί επίσημα η παρουσία του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα η οποία κρίνεται απαραίτητη». Όπως κατέθεσε ο Γ. Βουλγαράκης, τον Ιούνιο του 2004 ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ Τ. Μίλερ σε έγγραφό του προς τον υπουργό έλεγε ότι «για να γίνουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες πρέπει να έρθουν στην Ελλάδα ειδικά τμήματα των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων, βατραχάνθρωποι, η αντιτρομοκρατική σε συγκεκριμένα μέρη για να εγγυηθούν τη διεξαγωγή των αγώνων». Οι Η.Π.Α. και η Μεγάλη Βρετανία ζητούσαν επίμονα να φέρουν δικούς τους πράκτορες και φρουρούς για τις ομάδες τους. Η απαίτηση ήταν να υπάρχουν δυνάμεις του ΝΑΤΟ, «δηλαδή στρατός κατοχής» όπως είπε, στην Ελευσίνα, τη Θήβα, τη Λιβαδειά, τη Λάρισα, το Ηράκλειο και αλλού! Κατατέθηκε επίσης ότι «υπογράφηκε μνημόνιο ανάμεσα στο διοικητή του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, της ΕΛ.ΑΣ. και του ΓΕΕΘΑ ότι οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ είναι στη διάθεσή μας στο στρατηγείο της Νάπολι και εφόσον εμείς χρειαστούμε αυτές τις δυνάμεις θα κληθούν να βοηθήσουν». Μάλιστα, στο μνημόνιο περιγράφονταν και κανόνες εμπλοκής.

Από τα παραπάνω φαίνεται ο ρόλος που παίζουν το ΝΑΤΟ και οι ιμπεριαλιστικοί μηχανισμοί στην υπηρεσία του κεφαλαίου και των μεγάλων επιχειρηματικών  ομίλων, αποδεικνύεται δε ότι οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ και της ΝΔ έχουν καίριες πολιτικές ευθύνες για την πρόσδεση της χώρας στο άρμα τους με μεγάλο πολιτικό αλλά και οικονομικό κόστος για τον εργαζόμενο λαό.

3. ΟΙ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ C4I ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΙΣ ΔΙΕΘΝΩΣ. ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΥΛΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ.

Οι προδιαγραφές του συστήματος C4I εκπονήθηκαν από την εταιρεία Boartes αντί του υπέρογκου ποσού των περίπου 10.000.000,00 ευρώ. Η Boartes εκπόνησε προδιαγραφές εκ των πραγμάτων ανεφάρμοστες (όπως προέκυψε από τις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά και εκ του αποτελέσματος) με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί το κόστος του γιγαντιαίου συστήματος στα ύψη. Θα πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες για τον τρόπο ανάθεσης στην εταιρεία αυτή, του έργου των προδιαγραφών. Από ότι φαίνεται η ζημιά του Δημοσίου ήταν πολλαπλή και δεν περιορίζεται μόνο στο τεράστιο κόστος του έργου, αλλά κυρίως στο ότι εκταμιεύθηκαν από το δημόσιο ταμείο ποσά εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για να αγοραστεί με διάτρητες διαδικασίες ένα σύστημα παρακολούθησης που στρέφεται ευθέως κατά του λαϊκού κινήματος.

Η Boartes είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε στην Κύπρο χωρίς άλλες δραστηριότητες αλλά επί τούτοις, για αν αναλάβει το έργο της εκπόνησης των προδιαγραφών του C4i.

Η ίδια η SAIC όπως κατατέθηκε ενώπιον της Επιτροπής δεν είναι μια εταιρεία η οποία έχει γραμμή παραγωγής ή παράγει οποιουδήποτε είδους προϊόντα. Αν σε αυτό προστεθεί  το τεράστιο ποσοστό υλοποίησης του έργου από την υπεργολάβο Siemens γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αμερικανική εταιρεία λειτούργησε ουσιαστικά ως μεσάζοντας με ένα τεράστιο ποσοστό προμήθειας. Περαιτέρω το ακριβοπληρωμένο υποσύστημα επικοινωνιών ΤΕΤΡΑ το οποίο παρείχε η Siemens υλοποιήθηκε από την εταιρεία Motorola η οποία είναι Ισραηλινή.

4.ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΗΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Η παρανομία της διαδικασίας για την κατακύρωση του έργου στην κοινοπραξία της  SAIC προκύπτει – πέρα από τα διδάγματα της πείρας και της κοινής λογικής- επιπροσθέτως και από το γεγονός ότι  το Eλεγκτικό Συνέδριο είχε αρχικά με εισήγηση της συμβούλου του και σύμφωνη απόφασή του αρνηθεί τη συνέχιση των πληρωμών προς την SAIC επειδή έκρινε ότι η σύμβαση ήταν άκυρη δεδομένου ότι δεν έπρεπε να υπαχθεί στο διάταγμα που αφορά τις προμήθειες πολεμικού υλικού, αλλά στις κανονικές διαδικασίες διαγωνισμών με δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια. Έτσι, αρχικά δεν ενέκρινε τις πληρωμές με βάση τα τιμολόγια της SAIC.

Στη συνέχεια όμως με απόφαση της Ολομέλειάς του (55/2006) το Ελεγκτικό Συνέδριο με πρωτοφανές νομικό σκεπτικό επέτρεψε τις πληρωμές διατηρώντας την παραπάνω παραδοχή περί πλήρους παρανομίας της σύναψης της σύμβασης, δεχόμενο ταυτόχρονα ότι οι εμπλεκόμενοι υπουργοί γραμματείς υπουργείων κλπ βρίσκονταν σε συγγνωστή πλάνη περί την αρμοδιότητά τους!

5. Η ΣΥΜMETΟXΗ ΤΗΣ SIEMENS ΣΤΗΝ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ.

Η κοινοπραξία της αμερικανικής SAIC που ανέλαβε τελικά το έργο στην ουσία λειτούργησε ως βιτρίνα αφού το μεγαλύτερο μέρος της εκτέλεσης του έργου και της προμήθειας των υποσυστημάτων του διεκπεραίωσε ως ένας από τους υπεργολάβους της η Siemens. Από την συνολική αξία των 254 εκατομμυρίων ευρώ τα 183 εκατομμύρια ευρώ αφορούσαν το κομμάτι το οποίο θα υλοποιούσε η Siemens. Είναι προφανές ότι η Siemens ήταν άμεσα ενδιαφερόμενη για την εξέλιξη της προμήθειας και του έργου. Από όσα προεκτέθηκαν φαίνεται ότι η Siemens συνέπραξε με τη SAIC προκειμένου εμμέσως να αναλάβει τη λεόντεια μερίδα του έργου με παράλληλη ωφέλεια των Αμερικανών και Ισραηλινών εταίρων.

6. ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.

Όπως ομόφωνα σχεδόν κατατέθηκε από τους υπουργούς αλλά και τα στελέχη των αρμόδιων υπουργείων και τους αξιωματικούς των σωμάτων ασφαλείας το περίφημο σύστημα C4i σήμερα είναι μη λειτουργικό. Η πάγια άποψη που κατατέθηκε είναι ότι πρόκειται για ένα σύστημα – τέρας πολυπλοκότητας με σοβαρά προβλήματα διαλειτουργικότητας συντονισμού και αλληλοϋποστήριξης μεταξύ των δεκάδων υποσυστημάτων του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα προηγούμενο παρόμοιο σύστημα της  SAIC το οποίο εγκαταστάθηκε στο Σίδνεϊ για τους εκεί  Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν περίπου 20 φορές μικρότερο. Όπως κατατέθηκε στην εξεταστική υπήρχε η δυνατότητα εγκατάστασης αντίστοιχων μικρότερων και λειτουργικότερων συστημάτων (π.χ. από μια σουηδική εταιρεία) με ένα κλάσμα της τιμής του C4i. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν έγινε. Οι αξιωματικοί που επέβλεψαν την εγκατάσταση και παρέλαβαν τμηματικά το σύστημα ομόφωνα εκτίμησαν ότι είναι σύστημα υπερτιμημένο. Κατατέθηκε ακόμη η άποψη ότι θα μπορούσε η Ελλάδα από μόνη της να κατασκευάσει παρόμοιο σύστημα.

7. ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΗ Η ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΤΜΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ.

Η προμήθεια του C4i κόστισε στο ελληνικό Δημόσιο περίπου 254 εκατ. ευρώ, από τα οποία είχε μέχρι τον Ιανουάριου του 2007 καταβληθεί στην κοινοπραξία ποσό 108 εκατ. Ευρώ. Και μόνη η καταβολή των χρημάτων αυτών είναι σκανδαλώδης δεδομένου ότι η κοινοπραξία της SAIC δεν τήρησε τη συμβατική της υποχρέωση για την παράδοση του έργου «με το κλειδί στο χέρι» πριν από τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004. Το έργο άρχισε να παραδίδεται κατά τμήματα και ουσιαστικά στους Ολυμπιακούς Αγώνες δε λειτούργησε παρά μόνο ένα μικρό τμήμα του κυρίως το σύστημα ΤΕΤΡΑ της Siemens στις επικοινωνίες. Το σύστημα αυτό το ελληνικό δημόσιο το μίσθωσε με επαχθείς όρους από τη Siemens και με πανάκριβη συμφωνία για τη συντήρησή του πράγμα το οποίο από μόνο του είναι σκανδαλώδες.

Ο προσδιορισμός των προδιαγραφών και η ανάθεση του έργου έγινε από την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ και στην συνέχεια η παραλαβή του και η τμηματικές πληρωμές έγιναν από τις κυβερνήσεις της Ν.Δ. που ακολούθησαν μετά το 2004. Η παραλαβή του συστήματος άρχισε να γίνεται σταδιακά από το έτος 2004 με τρόπο απαράδεκτο και αντισυμβατικό ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την προβολή αξιώσεων πληρωμής από την κοινοπραξία της SAIC η οποία δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Tα στελέχη της SAIC και της Siemens αποδύθηκαν σε έναν αγώνα παρέλκυσης της παράδοσης δημιουργώντας την εντύπωση στους εντεταλμένους για την παραλαβή και αξιολόγηση του συστήματος αξιωματικούς ότι τους κοροϊδεύουν.

Η κοινοπραξία αξίωσε από την κυβέρνηση της Ν.Δ. την καταβολή των υπολοίπου τιμήματος πέραν των ήδη καταβληθέντων 108 εκατομμυρίων ευρώ παρά το γεγονός ότι δεν τηρήθηκε η σύμβαση. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. προσήλθε σε νέες διαπραγματεύσεις, τις οποίες ανέλαβαν οι τότε υπουργοί Δημόσιας Τάξης Γ. Βουλγαράκης και Άμυνας Σπ. Σπηλιωτόπουλος και ο υφυπουργός κος Χρ. Μαρκογιαννάκης, που παραιτήθηκε αιφνιδίως τον Ιανουάριο του 2006. Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να αρνηθεί τις πληρωμές πάνω στη βάση του ότι παρήγγειλε ένα έργο, προπλήρωσε ένα μεγάλο ποσοστό του και ακόμα και τότε (δέκα μήνες αργότερα) δεν είχε γίνει η παράδοση του πιο καίριου τμήματός του. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση της Ν.Δ. κράτησε μια πολύ συγκαταβατική στάση απέναντι στην κοινοπραξία SAIC – Siemens. Τελικά η κυβέρνηση της ΝΔ δέχτηκε να παραλάβει το σύστημα τμηματικά και να κάνει αντίστοιχες τμηματικές καταβολές του υπολειπόμενου τιμήματος επί υπουργίας του Β. Πολύδωρα κάνοντας μια συμβιβαστική συμφωνία για την αποκατάσταση των προβλημάτων του, η οποία δεν υλοποιήθηκε. Η εξήγηση που δόθηκε είναι ότι η ΕΛ.ΑΣ. χρησιμοποιούσε ήδη το ΤΕΤΡΑ και θεωρείτο αδιανόητη η διακοπή της χρήσης του, καθώς επίσης ότι ορισμένα άλλα υποσυστήματα ήδη ήταν σε χρήση. Τελικά και αφού το μεγαλύτερο μέρος της ζημιάς για το Δημόσιο έχει ήδη γίνει και υπό το βάρος των αποκαλύψεων ο Μ. Χρυσοχοΐδης αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση το έτος 2010 εν μέσω της διαδικασίας ενώπιον της εξεταστικής, μόνο όμως σε ότι αφορά το υποσύστημα της εκπαίδευσης του προσωπικού που θα χειριστεί την διαλειτουργικότητα του συστήματος.

Συμπερασματικά, σε ό,τι αφορά το C4i προκύπτει:

α. Η επιλογή του εν λόγω συστήματος ήταν αποτέλεσμα πολύπλευρων παραγόντων που αφορούν τη συνολική πολιτική αντίληψη των κυβερνήσεων ΠΑ.ΣΟ.Κ και ΝΔ όχι μόνο σε ό,τι σχετίζεται με την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά και την κυρίαρχη αντίληψη, η οποία είναι ευθυγραμμισμένη με την ιμπεριαλιστική λογική περί τρομοκρατίας και εχθρού λαού. Από αυτή την άποψη οι κυβερνήσεις συμφώνησαν με τις θέσεις του ιμπεριαλιστικού οργανισμού του ΝΑΤΟ.

β. Αναμφισβήτητα η επιλογή του C4i συνδέεται και με οικονομικά συμφέροντα εταιρειών, ειδικά των ΗΠΑ, Γερμανία και Ισραήλ.

γ.   Αυτοί οι παράγοντες στο σύνολό τους συνιστούν μεγάλη πολιτική ευθύνη των κυβερνήσεων ΠΑ.ΣΟ.Κ και ΝΔ, καθώς επίσης και σπατάλη χρημάτων του ελληνικού λαού για ένα σύστημα που στην πραγματικότητα είναι εχθρικό για τον ίδιο.

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ Ο.Σ.Ε.

Η ανάπτυξη σιδηροδρομικών μεταφορών στην Ελλάδα είχε καθυστερήσει για πολλούς λόγους και την ευθύνη γι’ αυτό έχουν οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Η ανάγκη εκσυγχρονισμού τους ήταν πλέον επιτακτική. Σε αυτά τα πλαίσια και παίρνοντας υπ’ όψη την απελευθέρωση των συγκοινωνιών που προωθούσε η Συνθήκη του Μάαστριχτ και την εξαίρεση από τους διεθνείς διαγωνισμούς που επέβαλε η Ε.Ε. προωθήθηκε η σύναψη προγραμματικών συμβάσεων. Οι προγραμματικές συμβάσεις συνάφθηκαν το 1997 μεταξύ Ο.Σ.Ε. και Η.Σ.Α.Π. με κοινοπραξίες ελληνικών και ξένων εταιρειών. Σοβαρός παράγοντας όπως αναφέρθηκε ήταν η εξασφάλιση δουλειάς στα Ναυπηγεία που τότε βρίσκονταν κάτω από το δημόσιο έλεγχο και είχαν την υποδομή να ανταποκριθούν στην υλοποίηση της κατασκευής του τροχαίου υλικού.

Ωστόσο, οι περισσότερες προγραμματικές συμβάσεις τέθηκαν σε εφαρμογή το 1999 και παρατηρήθηκαν μεγάλες καθυστερήσεις μέχρι το 2002, οπότε έγινε επαναδιαπραγμάτευση με βάση τα νέα δεδομένα. Αυτά ήταν πρώτα απ’ όλα η ιδιωτικοποίηση των Ναυπηγείων που έγινε το 2001 με την παράδοσή τους με εξευτελιστικούς όρους στην HDW Ferostaal.

Η πολυεθνική αγόρασε τα ναυπηγεία έναντι 1,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Με αυτά αγόρασε την τεράστια ακίνητη περιουσία των Ναυπηγείων, τις εγκαταστάσεις, την τεχνογνωσία αλλά και τις εξασφαλισμένες παραγγελίες από το ελληνικό Δημόσιο, ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δραχμών. Δηλαδή της πλήρωσε το κράτος τα ναυπηγεία και είχε και κέρδη. Στη συνέχεια η πολυεθνική Thyssen Krupp απορρόφησε την HDW Ferostaal και έγινε ιδιοκτήτρια των Ναυπηγείων.

Με αυτή την εξέλιξη το Ελληνικό Δημόσιο και ο Ο.Σ.Ε. βρέθηκε στη μέγγενη δυο Γερμανικών εταιρειών, οι οποίες ακολουθούσαν ενιαία στρατηγική για τα δικά τους συμφέροντα. Η μεν HDW Ferostaal φρόντισε από την αρχή να απαξιώσει το τμήμα τροχαίου υλικού των Ναυπηγείων, η δε Siemens επικαλούνταν την αδυναμία κατασκευής του τροχαίου υλικού με στόχο την επαναδιαπραγμάτευση των προγραμματικών συμβάσεων και τη μεταφορά της κατασκευής τροχαίου υλικού στη Γερμανία.

Η συμμετοχή της Siemens στις συμβάσεις τροχαίου υλικού με τον Ο.Σ.Ε. ήταν η μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες συμμετέχουσες εταιρείες και έφθανε τα 300 εκατoμμύρια ευρώ περίπου. Εξαιτίας των καθυστερήσεων στην παράδοση ανέκυψε θέμα επιβολής των προβλεπομένων στις συμβάσεις ποινικών ρητρών που στο σύνολό τους άγγιζαν τα 120 εκατ. ευρώ. Η επιδίωξη της Siemens ήταν να επαναδιαπραγματευτεί τις συμβάσεις  το τέλος του 2002 προς όφελός της. Πράγματι το 2002 έγινε επαναδιαπραγμάτευση των τριών προγραμματικών συμβάσεων μεταξύ της Siemens και του Ο.Σ.Ε., δηλαδή της υπ/ αριθμ. 33Α που αφορά ηλεκτροκίνητα τρένα πέντε βαγονιών τύπου Deziro, της υπ/ αριθμ. 39 που αφορούσε την προμήθεια ηλεκτροκίνητων μηχανών έλξης και της υπ/ αριθμ. 41Α που αφορούσε την προμήθεια επιβατικών αμαξοστοιχιών.

Φαίνεται ωστόσο ότι το αποτέλεσμα της επαναδιαπραγμάτευσης δεν ικανοποίησε τη Siemens εξ αιτίας των αντιστάσεων του Ο.Σ.Ε.. Παραμένει βέβαια το ερώτημα γιατί το Υπουργείο Οικονομικών δεν κήρυξε έκπτωτες τις εταιρείες και δεν εμφανίσθηκε στην προγραμματισμένη γι’ αυτό συνέλευση του Ο.Σ.Ε. .

Ερωτηματικά επίσης παραμένουν για την παράταση της μίσθωσης των 8 τρένων Desiro που μίσθωσε ο Ο.Σ.Ε. το 2006 χωρίς να υπάρχει ακόμη επίσημη εκτίμηση αν ζημιώθηκε ή όχι το Δημόσιο.

Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα που δεν έχει τελικά απαντηθεί είναι η σύμβαση ανάμεσα στον Ο.Σ.Ε. και την κοινοπραξία Siemens AG – ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ – ΤΕΡΝΑ για την κατασκευή του τρίτου τμήματος του προαστιακού σιδηροδρόμου (ΣΚΑ – Τρεις Γέφυρες – Αθήνα – Πειραιάς) που κατακυρώθηκε επί κυβέρνησης ΠΑ.ΣΟ.Κ. και στη συνέχεια υπογράφτηκε επί κυβέρνησης ΝΔ. Πρόκειται για Σύμβαση ύψους 160 εκατομμυρίων Ευρώ.

Αρχικά το Ελεγκτικό Συνέδριο με απόφαση του Ε’ τμήματος αποφάνθηκε ότι η απόφαση ήταν παράνομη, καθώς «μετετράπη η διαδικασία σε απευθείας ανάθεση, εξαιτίας της ύπαρξης μίας μόνο προσφοράς και μάλιστα με έκπτωση 0,964%», στη συνέχεια όμως νομιμοποίησε την κατακύρωση του έργου με διαφορετικό αυτή τη φορά σκεπτικό. Η  Ν.Δ. ενώ όταν ήταν στην αντιπολίτευση είχε εκφράσει την πλήρη αντίθεσή της με τις εν λόγω συμβάσεις (προφανώς για λόγους αντιπολιτευτικής τακτικής), αλλά τα πράγματα άλλαξαν άρδην όταν έγινε κυβέρνηση. Στις 26 Απριλίου του 2005 ο τότε υπουργός Μ. Λιάπης έδωσε την έγκρισή του για την υπογραφή της σύμβασης. Το έργο σύμφωνα με τα όσα συμβατικά προβλέπονταν έπρεπε να παραδοθεί τον Δεκέμβριο του 2005. Το έργο δεν παραδόθηκε αλλά δόθηκαν εννέα παρατάσεις στον εργολάβο. Τον Νοέμβριο του 2006 και μετά από μηνυτήρια αναφορά, ο αρμόδιος ανακριτής ανέλαβε την υπόθεση και ένα χρόνο μετά, το 2007, ζήτησε την αρχειοθέτησή της. Τον Οκτώβριο του 2008 η δικογραφία επιστράφηκε στον ανακριτή, διότι η αρμόδια αντιεισαγγελέας Εφετών επέμενε ότι συντρέχουν λόγοι να αποδοθούν κατηγορίες ζητώντας και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό της βλάβης του Δημοσίου.

4. Ένα ακόμη έργο σχετικό με τον Ο.Σ.Ε. το οποίο απασχόλησε την εξεταστική επιτροπή ήταν αυτό της  ραδιοκάλυψης των συρμών του Οργανισμού, το σύστημα GSM-R. Στο διαγωνισμό συμμετείχαν οι εταιρείες Uninortel και Siemens. Το έργο αυτό παρά τις διαφωνίες που εκφράστηκαν στην αρμόδια επιτροπή κατακυρώθηκε τελικά στη Siemens. Όπως προκύπτει από το ανακριτικό υλικό και τις καταθέσεις η ανταγωνίστρια της Siemens, προσέφερε περισσότερες κεραίες- αναμετάδοσης, με μικρότερο τίμημα τελικά όμως επιλέχθηκε η Siemens χωρίς καμία ικανοποιητική αιτιολογία, Η υπογραφή της σύμβασης έγινε το 2006, αλλά το έργο δεν έχει προχωρήσει ως σήμερα προφανώς με ζημιά του Ο.Σ.Ε..

Η πορεία του Ο.Σ.Ε. προς την υπερχρέωση, την απαξίωση και την ιδιωτικοποίηση δεν είναι τυχαία αλλά αποτέλεσμα στοχευμένης πολιτικής. Διαβάζοντας κανείς το ανακριτικό υλικό αντιλαμβάνεται ότι οι επίμαχες συμβάσεις δεν είναι παρά κομμάτια μιας κατάστασης η οποία επί χρόνια εξελισσόταν προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου και εις βάρος του δημοσίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  Γ/

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Η αρχή της αποκάλυψης του σκανδάλου δεν ήταν τυχαία ούτε οφείλεται σε μια κρατική ή δικαστική πρωτοβουλία. Αποτελεί απότοκο των ανταγωνισμών και επιχειρηματικών αντιπαραθέσεων του μεγάλου κεφαλαίου που νέμεται αγορές και υπηρεσίες. Πίσω από την αποκάλυψη αυτή βρίσκονται τα συμφέροντα των μεγάλων Αμερικανικών επιχειρηματικών ομίλων που είχαν βλέψεις στην αγορά που νεμόταν η Siemens και προκειμένου να διεισδύσουν σε αυτή, διερεύνησαν και κατήγγειλαν την πρακτική της Siemens.

1.Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ.

Η εταιρεία Siemens αποτελεί ένα τεράστιο πολυεθνικό γίγαντα με εκατοντάδες θυγατρικές και δεκάδες χιλιάδες μετόχους. Η Siemens είναι γερμανική εταιρεία και η έδρα και η διοίκησή της είναι στο Μόναχο, στη Γερμανία. Ο κύκλος εργασιών της και οι εξαγωγές της αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της γερμανικής οικονομίας και δυναμικό μοχλό διείσδυσης του γερμανικού κεφαλαίου σε αγορές ανά τον κόσμο, ενώ απασχολεί και χιλιάδες εργαζομένους. Είναι φυσική και αναπόφευκτη η σύμφυση της Siemens με το γερμανικό κράτος το οποίο σε καμία περίπτωση δε θα έμενε αδιάφορο απέναντι σε μια καταδίκη και πιθανή μεγάλη ζημιά της εταιρείας. Το γερμανικό κράτος στην κρίσιμη στιγμή της αποκάλυψης του σκανδάλου φρόντισε να αξιοποιήσει τους θεσμούς του στην υπηρεσία της δήθεν εξυγίανσης και –έτσι όπως εξελίχθηκε – της δήθεν τιμωρίας των πρωταιτίων.

Η γερμανική δικαιοσύνη λειτούργησε προς όφελος της εταιρείας ώστε αυτή να μην αποκλειστεί από αναλήψεις δημοσίων έργων στο εξωτερικό και να μην αναγκαστεί να προχωρήσει σε υπέρογκες αποζημιώσεις. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι τα εμπλεκόμενα στελέχη της Siemens πριν από την εμφάνισή τους ενώπιον των διωκτικών αρχών και της δικαιοσύνης είχαν ήδη έλθει σε συμφωνία με την εταιρεία ώστε να υπαχθούν στο εσωτερικό εταιρικό πρόγραμμα αμνήστευσης. Η συμφωνία τους με την εταιρεία έχει ως κεντρικό της σημείο για την επίτευξη συμβιβασμού, ότι δεν θα προβούν σε καμία αποκάλυψη ενώπιον οποιασδήποτε αρχής αν δεν το γνωρίζει και δεν το επιτρέπει η εταιρεία. Οι καταθέσεις των στελεχών της Siemens, στη Γερμανία και αλλού, είναι στα πλαίσια των συμφωνηθέντων και οι «αποκαλύψεις» γίνονται «λελογισμένα» και με τη λογική της μικρότερης δυνατής ζημιάς στην εταιρεία, στο σύστημα και στο πολιτικό του προσωπικό.

Σύμφωνα με το γερμανικό νόμο τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκαν στη Γερμανία ο Μ. Χριστοφοράκος και οι συνεργάτες του είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και οι αντίστοιχες ποινές (συνήθως διετείς εξαγοράσιμες ποινές φυλάκισης) αποτελούν «χάδι» σε σχέση με τις ποινές που προβλέπεται για τις ίδιες πράξεις οι οποίες θεωρούνται κακουργηματικές στην Ελλάδα. Καταδεικνύεται και εδώ η σύμφυση της τεράστιας πολυεθνικής εταιρείας με το γερμανικό κράτος, η οικονομική τους αλληλεξάρτηση και οι προσβάσεις της στους θεσμούς του. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε η απαράδεκτη καθυστέρηση της Ελληνικής Δικαιοσύνης ώστε ο Μ. Χριστοφοράκος να καταφέρει να δικαστεί στη Γερμανία για πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις και έτσι να μην μπορεί εκδοθεί στην Ελλάδα.

Η πρόσφατη εμπειρία της Εξεταστικής Επιτροπής με την οργάνωση της επίσκεψης μελών της στη Γερμανία για την εξέταση κεντρικών μαρτύρων ενισχύει την παραπάνω πεποίθησή μας. Από αυτή την εξέταση των μαρτύρων αλλά και του Προέδρου, του Γενικού Διευθυντή της Siemens και του υπευθύνου διαφάνειας επιβεβαιώθηκε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι η Siemens έχει κλείσει οριστικά την υπόθεση και δεν έχει καμία διάθεση να βοηθήσει στην αποκάλυψη ροής μαύρου πολιτικού χρήματος. Με προκλητικό τρόπο οι αρμόδιοι δήλωσαν άγνοια σε βασικά ερωτήματα ή χρησιμοποίησαν το δικαίωμα σιωπής, οι δε Χριστοφοράκος, Σίκατσεκ και Κουτσενώϋτερ στην πράξη επιχείρησαν να αναιρέσουν τις προηγούμενες καταθέσεις τους. Είναι προφανές ότι το κλειδί της υπόθεσης βρίσκεται στα χέρια της εταιρείας η οποία απ’ ό,τι φαίνεται δεν πρόκειται να το παραδώσει. Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η απάντηση του πρώην υπουργού οικονομικών της Γερμανίας Theo Weigel ότι η Siemens θα «βοηθήσει» την Ελλάδα κάνοντας επενδύσεις 100 εκατομμυρίων και κρατώντας ανοιχτό το εργοστάσιό της στη χώρα μας.

2. Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Η ΦΥΓΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΤΗΣ SIEMENS ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΩΣ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ.

Ο τρόπος με τον οποίο διενεργήθηκαν οι ανακριτικές πράξεις εν γένει σχετικά με την υπόθεση αυτή δε μπορεί παρά να εγείρει ερωτηματικά. Παρά το γεγονός ότι το σκάνδαλο είχε ήδη ξεσπάσει στη Γερμανία από το έτος 2006 η προανάκριση που ξεκίνησε υπό τον κο Π. Αθανασίου έφθασε να εξελιχθεί σε ανάκριση μόλις το έτος 2008 οπότε ανατέθηκε στον κο Ν. Ζαγοριανό. Η παρέλκυση της προανάκρισης και της ανάκρισης έδωσε τη δυνατότητα στους εμπλεκόμενους να προετοιμαστούν, να αποκρύψουν στοιχεία και να εναγκαλιστούν με τη μητέρα εταιρεία η οποία φρόντισε να τους εντάξει στο εσωτερικό πρόγραμμα αμνήστευσης ενώ ταυτόχρονα ανέθεσε στην αμερικανική εταιρεία Debevoise and Plimpton LLP την εσωτερική έρευνα παριστάνοντας την ανήξερη για τα όσα προηγήθηκαν. Μεγάλο μέρος του αρχείου του Μ. Χριστοφοράκου με σημαντικές πληροφορίες, καταστράφηκε κατόπιν εντολής του. Το αρχείο των ηλεκτρονικών υπολογιστών του γραφείου του δεν κατασχέθηκε και μάλλον φυγαδεύτηκε στην αλλοδαπή προς περαιτέρω αξιοποίηση. Ακόμη και η κατάσχεση όσων απέμειναν στο γραφείο του από τον ανακριτή κο Ν. Ζαγοριανό έγινε πολύ αργότερα και με πλημμελή δικονομικά τρόπο αφού δεν τηρήθηκε κατάλογος των κατασχεθέντων στο πρωτόκολλο της κατάσχεσης. Παραμένει ακόμη  αμφίβολο αν κατασχέθηκαν όλα τα ενδιαφέροντα αποδεικτικά στοιχεία. Για παράδειγμα αναφέρουμε τα στοιχεία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των στελεχών της Siemens που κατασχέθηκαν μετά από παρέμβαση της Εξεταστικής Επιτροπής (όσα δηλαδή είχαν απομείνει μέχρι τότε) ή στοιχεία από έρευνες που έχει κάνει το Σ.Δ.Ο.Ε. σε εταιρείες και φυσικά πρόσωπα  που εμπλέκονται στην υπόθεση.

Ο Μ. Χριστοφοράκος εκμεταλλευόμενος τη διπλή του υπηκοότητα (γεγονός γνωστό τοις πάσι) έφυγε στη Γερμανία χωρίς κανένα περιορισμό και πέτυχε την εκεί δίκη και καταδίκη του για πλημμελήματα αποκλείοντας έτσι την έκδοσή του στην Ελλάδα για τα ίδια αδικήματα με απόφαση του Εφετείου του Μονάχου. Αντίστοιχα ο Γ. Καραβέλας κατάφερε να διαφύγει στην Παραγουάη έχοντας ήδη μεταφέρει εκεί μεγάλα ποσά από τους λογαριασμούς του και αφού αγόρασε εκεί κατοικία. Παρεμβλήθηκε στη διαδικασία ένα κωμικό σήριαλ ανταλλαγής καθυστερημένων φαξ μεταξύ των διπλωματικών αρχών στην Παραγουάη και του Υπουργείου Εξωτερικών ενώ αυτά γίνονταν κάτω από τη μύτη των διωκτικών και δικαστικών αρχών οι οποίες κώφευαν στα σχετικά δημοσιεύματα.

Τέλος κατά της Siemens δεν ασκήθηκε άμεσα αγωγή για κάποιας μορφής αποζημίωση παρά πολύ αργότερα, από τον Ο.Τ.Ε. και μάλιστα με τη νομικά αυτοκαταστροφική παραδοχή στο δικόγραφο ότι η ζημιά συμποσούται στο υποτιθέμενο (και μη αποτιμηθέν) ποσό των μιζών.  Το δημόσιο δε με ευθύνη και του Υπουργείου Οικονομικών δεν έχει ακόμη και σήμερα προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες ώστε εγκαίρως να προσδιοριστεί το ύψος της ζημιάς του δημοσίου, για τις υποθέσεις που διερεύνησε η εξεταστική επιτροπή. Πολύ περισσότερο για εκείνες που δεν πρόλαβε να διερευνήσει, όπως οι προμήθειες των νοσοκομείων ή τα εξοπλιστικά προγράμματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ/

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ

Α. Η όλη διαδικασία διερεύνησης της υπόθεσης ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής απέβη κατά τη γνώμη μας σε μεγάλο βαθμό ατελέσφορη. Οι βουλευτές αντιμετώπισαν απρόθυμους στην πλειοψηφία τους μάρτυρες με κύριο μέλημα την αποφυγή ευθυνών τους ενώ τα στοιχεία της ογκωδέστατης δικογραφίας είναι δύσκολα προσπελάσιμα. Επίσης επισημαίνουμε την αδυναμία-έλλειψη βούλησης να ανοίξουν λογαριασμοί και να αποκαλυφθούν πρόσωπα και εξωχώριες εταιρείες που θα μπορούσαν να δώσουν στοιχεία πολιτικών προσώπων ή κομμάτων. Ερωτηματικά υπάρχουν επίσης για το αν στα χέρια της δικαιοσύνης και της εξεταστικής επιτροπής έχουν φτάσει όλα τα στοιχεία που αφορούν την υπόθεση, ενώ έχουν υπάρξει αμέλειες και καθυστερήσεις  στο να γίνουν έλεγχοι σε φυσικά πρόσωπα ή και εταιρείες

Β. Ανεξάρτητα από τη δυνατότητα άμεσου καταλογισμού ποινικών ευθυνών σε συγκεκριμένα πρόσωπα κατά την άποψή μας και σύμφωνα με όσα προέκυψαν από τη διαδικασία, υφίστανται βαριές πολιτικές ευθύνες του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ν.Δ., οι κυβερνήσεις των οποίων φέρουν ακέραιη την πολιτική ευθύνη για τη επικίνδυνη πολιτική που άσκησαν υπέρ της Siemens και άλλων μονοπωλιακών ομίλων σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων. Η πολιτική τους είχε κοινό παρονομαστή τη συνειδητή επιλογή της υπηρέτησης των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, της ευθυγράμμισης με τις επιταγές της Ε.Ε. και η αντιλαϊκή αυτή πολιτική εκδηλώνεται ενιαία τόσο με τη διαπλοκή και τα σκάνδαλα όσο και το χτύπημα εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων. Κύριο μέλημα των κυβερνήσεων ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ., ήταν και παραμένει, η εξυπηρέτηση του μεγάλου κεφαλαίου, το να διαμορφώσουν δηλαδή με την πολιτική τους τις συνθήκες εκείνες στις οποίες μπορεί να ισχυροποιείται το μεγάλο κεφάλαιο με μοναδική επιδίωξη την αύξηση του καπιταλιστικού κέρδους. Οι συμβάσεις της Siemens δεν αποτελούν παρά την υλοποίηση αυτής της πολιτικής σε πρακτικό επίπεδο.  Είναι αδιαμφισβήτητες οι τεράστιες πολιτικές ευθύνες του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ν.Δ., των στελεχών τους και όσων χρημάτισαν υπουργοί και διαχειριστές του δημοσίου χρήματος σε σχέση με το σκάνδαλο Siemens.

Γ. Διερευνώντας τη συμμετοχή πολιτικών προσώπων στο σκάνδαλο θα πρέπει κατ’ αρχάς να αχθούμε στην παραδοχή ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι νοητή η σύναψη συμβάσεων τέτοιας σπουδαιότητας και τέτοιου ύψους όπως αυτές της Siemens με τον ΟΤΕ, για το C4i  ή για τον Ο.Σ.Ε. χωρίς την βούληση, σύμπραξη και συναίνεση των πολιτικών προσώπων τα οποία προΐστανται στους αντίστοιχους αντισυμβαλλόμενους οργανισμούς. Στην πραγματικότητα οι συμβάσεις αυτές αποτελούν στρατηγικές πολιτικές κυβερνητικές επιλογές, οι οποίες συχνότατα αποτελούν και αντικείμενο της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας – όπως άλλωστε συνέβη και εν προκειμένω.  Αυτό απλά σημαίνει ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα στην κυκλοφορία του μαύρου χρήματος, αφού οι κρίσιμες αποφάσεις εκπορεύονταν από την πολιτική ηγεσία και αποτελούσαν υλοποίηση των κεντρικών επιλογών της. Το προφανές αυτό γεγονός, σύμφωνο με την πείρα και τη λογική αλλά και οι μαρτυρικές καταθέσεις οι οποίες μιλούν για πολιτικά πρόσωπα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ν.Δ., αποτελούν ισχυρότατη ένδειξη ικανή κατά τη γνώμη μας να οδηγήσει στη σύσταση επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης και καθιστά αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση για όλα τα εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα από αυτή για την περαιτέρω απόδοση ευθυνών αλλά και τον προσδιορισμό της ζημιάς που έχει υποστεί το Ελληνικό Δημόσιο. Σημειώνουμε δε ότι οι συμβάσεις πολλών εκατομμυρίων, όπως στα νοσοκομεία, στην οργάνωση μουσείων και στους εξοπλισμούς όπου επίσης δηλώνεται ότι έχει υπάρξει εκροή μαύρου χρήματος, δεν εξετάστηκαν λεπτομερώς από την επιτροπή. Η διερεύνησή τους θα πρέπει άμεσα να απασχολήσει την επιτροπή δεδομένου ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος παραγραφής.

Ως προς τις πολιτικές ευθύνες των πολιτικών προσώπων αυτές είναι αντικειμενικές και ευθέως καταλογίζονται στους πολιτικούς προϊσταμένους δηλαδή στους υπουργούς οι οποίοι κατά καιρούς χειρίστηκαν τη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων, την εκτέλεση και την παραλαβή των έργων κατά τον τομέα της αρμοδιότητάς τους. Θα πρέπει με την έρευνα της προανακριτικής επιτροπής να διερευνηθεί περαιτέρω η υπόθεση ώστε να γίνει δυνατή η απόδοση ευθυνών κατά το βαθμό που τους αντιστοιχεί όπως και σε όποιο άλλο πολιτικό πρόσωπο τυχόν ευθύνεται και η ευθύνη του θα προκύψει μέσα από την έρευνα και την αξιοποίηση του ανακριτικού υλικού.

Δ. Για μια ακόμη φορά και καθώς πιθανότατα αυτή η υπόθεση θα κριθεί  στο αν έχει επέλθει ή όχι η παραγραφή για τα πολιτικά πρόσωπα που εμπλέκονται επαναλαμβάνουμε τη θέση μας για την ανάγκη αλλαγής του νόμου περί ευθύνης υπουργών ώστε να αρθούν όλα τα εμπόδια για την απόδοση ευθυνών όταν αυτές υπάρχουν χωρίς τους γνωστούς περιορισμούς και εξαιρέσεις. Υπενθυμίζουμε τις προτάσεις του Κ.Κ.Ε.

- Πρέπει να καθιερωθεί η κοινή παραγραφή όπως ισχύει για όλους τους πολίτες και να απαλειφθεί το ασφυκτικό όριο για την άσκηση ποινικής δίωξης που ορίζεται « μέχρι το τέλος της δεύτερης συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου από την διάπραξη του αδικήματος.»

- Χωρίς την αλλαγή αυτής της διάταξης ακόμη και καθιέρωση της κοινής παραγραφής καθίσταται «δώρο – άδωρο» γιατί το πιο πάνω ασφυκτικό όριο της αποσβεστικής προθεσμίας που ορίζεται ως η « δεύτερη σύνοδος της επόμενης βουλευτικής περιόδου » οδηγεί στην ντε φάκτο παραγραφή.

- Η λήψη απόφασης για την  διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης και την άσκηση της ποινικής δίωξης, δεν πρέπει να εξαρτάται από την θέληση της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας, όπως γίνεται σήμερα αφού για την λήψη απόφασης απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των 151 τουλάχιστον βουλευτών. Αυτό σημαίνει ότι χωρίς την θέληση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ούτε προκαταρκτική εξέταση γίνεται, ούτε και άσκηση ποινικής δίωξης.

- Το ΚΚΕ επαναλαμβάνει την θέση του ότι χρειάζεται να δρομολογηθούν αλλαγές ώστε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης να καθίσταται υποχρεωτική εφόσον συγκεντρώσει κατά την σχετική ψηφοφορία ένα περιορισμένο αριθμό βουλευτών πχ 100, ακόμα και αν η πλειοψηφία είναι αντίθετη.

- Το επιχείρημα ότι δήθεν έτσι ανατρέπεται η αρχή της πλειοψηφίας δεν ευσταθεί, γιατί ο περιορισμένος αριθμός των βουλευτών επιβάλλει την διενέργεια της έρευνας και δεν αποφασίζει την άσκηση της ποινικής δίωξης.

- Η διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης να γίνεται όχι από την Βουλή αλλά από δικαστικό συμβούλιο και αυτό να αποφασίζει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις.

Ε. Η αποκάλυψη του σκανδάλου της Siemens και των προεκτάσεών του πέρα από την επιβεβλημένη τιμωρία των άμεσα ενεχομένων μπορεί να προσφέρει μια μόνο σημαντική υπηρεσία στον Ελληνικό Λαό ιδιαίτερα τις στιγμές της σημερινής κρίσης και του ανελέητου ξεζουμίσματός του: Μπορεί να συμβάλλει στο ξεσκέπασμα της πραγματικής φύσης του αστικού κράτους και της λειτουργίας των μηχανισμών του προς όφελος του κεφαλαίου. Μπορεί να αποκαλύψει τη λειτουργία του δικομματισμού του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Ν.Δ., τη σύμπνοιά τους στην υπεράσπιση των συμφερόντων του κεφαλαίου μέσα στο πλαίσιο της ευρωενωσιακής πολιτικής που υπηρετούν. Μπορεί να καταδείξει ότι σκάνδαλο δεν είναι μόνο η κομπιναδόρικη πρακτική της Siemens και η προθυμία του πολιτικού προσωπικού να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της εις βάρος του εργαζόμενου λαού, αλλά κυρίως η γενεσιουργός αιτία και το νόμιμο πλαίσιο που το περιβάλλει: η μήτρα που γεννά την εκμετάλλευση και τη διαφθορά, η ίδια η φύση και η δομή του καπιταλισμού και του ταξικού του αστικού κράτους.

Αυτή ακριβώς την αιτία επιχειρούν να κρύψουν τα κόμματα που υπερασπίζονται τον καπιταλισμό, προβάλλοντας ταυτόχρονα την πολιτική της ονομαζόμενης διαφάνειας για να δημιουργήσουν αυταπάτες στο λαό.

Αναμφισβήτητο γεγονός είναι πως το ίδιο το σύστημα είναι διεφθαρμένο από τη φύση του γιατί στηρίζεται στην εκμετάλλευση και την αδικία. Οι μίζες και η διαφθορά είναι στοιχεία που το συνοδεύουν και βοηθούν στην επιβίωσή του. Η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η ιδιοποίηση του κοινωνικού πλούτου από το μεγάλο κεφάλαιο, τα μονοπώλια, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους για τον έλεγχο των αγορών και τομέων της οικονομίας συνοδεύεται σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και από μίζες και εξαγορές. Στον βωμό του κέρδους όλα επιτρέπονται, υγιής ανταγωνισμός δεν υπάρχει ούτε υγιής ελεύθερη αγορά. Τα σκάνδαλα, λοιπόν, συνοδεύουν αυτή την πολιτική και οι ευθύνες των κομμάτων που την υπηρετούν δεν αφορούν μόνο το παρελθόν. Η πολιτική που ακολουθείται και σήμερα είναι βέβαιο ότι εκτός από τα νόμιμα σκάνδαλα που αφορούν την ιδιοποίηση του κοινωνικού πλούτου από μια χούφτα πλουτοκράτες, θα γεννήσει και νέα σκάνδαλα τύπου Siemens.

Σε όσους ισχυρίζονται ότι μπορεί να υπάρξει εξυγίανση του συστήματος, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει πως η μόνη «εξυγίανση» που επιδέχεται ο καπιταλισμός είναι η ανατροπή του.

Πόρισμα ΛΑΟΣ: «Η Εξεταστική Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποκαλύψει τη διακίνηση μαύρου χρήματος»

Το ενδεχόμενο να μην συμμετάσχει στην προανακριτική επιτροπή η οποία θα διερευνήσει τυχόν ποινικές ευθύνες των πολιτικών προσώπων που θα παραπεμφθούν σε αυτήν για το σκάνδαλο της Siemens, εξετάζει ο ΛΑΟΣ «αν δεν δεσμευθούν εκ των προτέρων οι ηγεσίες των κομμάτων ότι θα ανοίξουν τα κομματικά ταμεία και οι λογαριασμοί όλων όσων ήταν κομματικοί ταμίες αλλά και ότι δεν θα μπουν «ασπίδες» σε πρώην πρωθυπουργούς».

Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων, μετά από έναν χρόνο ερευνών δεν μπόρεσε η Εξεταστική Επιτροπή να αποκαλύψει την διακίνηση μαύρου χρήματος και δεν βρέθηκαν λογαριασμοί πολιτικών προσώπων, «αν εξαιρέσει κανείς τα «ψιχία» του κ. Μαντέλη και του κ. Τσουκάτου, ενώ μυστήριο παραμένει πού βρίσκονται τα 100 εκ. ευρώ τα οποία κατετέθη ότι δόθηκαν ως «μίζες«». Πάντως ο ΛΑΟΣ τάσσεται υπέρ της συνέχισης της έρευνας από προανακριτική επιτροπή «επειδή είναι εξίσου σοβαρό να αθωωθούν ένοχοι ή -ακόμη χειρότερα- να ενοχοποιηθούν αθώοι».TO BHMA

Δημοσιεύτηκε απο τον στις 24,Ιανουαρίου, 2011, 9:14 μμ. στις Κατηγορίες ΕΛΛΑΔΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ. Νπορείτε να παρακολουθείσετε τισ απαντήσεις επι του άρθρου απο RSS 2.0. Παρακαλούμε σχολιάστε το άρθρο...( ή αφήστε σύνδεσμο trackback)

Δώστε απάντηση










Πρόσφατα Άρθρα

Προβεβλημένα Links

  • DIKTYO1 TV VIDEO PORTAL

Έυρεση στο Αρχείο

με ημερομηνία
με κατηγορία
'Ευρεση με Google

Photo Gallery




Κατηγορίες
blog καθημερινής ενημέρωσης alphafm.gr

Με επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος.

Όροι χρήσης :απαγορεύεται η χρήση όλων των εικόνων, βίντεο, ειδήσεων, ρεπορτάζ, γραφικών χωρίς την άδεια του alphafm.gr και χωρίς την αναφορά πηγής

Στοιχεία Επικοινωνίας : Γ΄ Σεπτεμβρίου 14 - ΚΑΣΤΟΡΙΑ - ΤΚ 52100, 24670 26.945, pararas@diktyo1.gr
Copyright ©2008-2017 alphafm.gr